Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Ο ποιητής που λάτρεψε την Ελλάδα

22 Ιανουαρίου 1788  γεννήθηκε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρομαντισμού και παράλληλα ένας φλογερός φιλέλληνας, ο Τζορτζ Γκόρντον, λόρδος Μπάιρον, ή όπως είναι γνωστός στην Ελλάδα, ο λόρδος Βύρων.


Πατέρας του ήταν ο Τζον Μπάιρον και μητέρα του η Κατερίνα Γκόρντον. Οι Μπάιρον ήλθαν στη Βρετανία από την περιοχή της Νορμανδίας κι ευνοήθηκαν από τον Ερρίκο Ε'. Το οικόσημο της δυναστείας έγραφε «Εμπιστέψου τους Μπιρόν», όπως αποκαλούνταν στη Γαλλία. Επρόκειτο για καθαρό ευφημισμό, αφού μόνο για εμπιστοσύνη δεν ήταν οι Μπάιρον ή Μπιρόν. Από τον πρώτο σερ, Τζον Μπάιρον, μέχρι τον άλλο Τζον, τον πατέρα του λόρδου Βύρωνα, οι Μπάιρον περνούσαν τη ζωή τους μασουλώντας την περιουσία που απέκτησε ο πρώτος, χάρη στον βασιλιά της Αγγλίας. Ο δεύτερος Μπάιρον, για να ευχαριστήσει τον βασιλιά του, έκανε σε μια μάχη μια απερίσκεπτη επίθεση, με άμεσο κίνδυνο να χάσει τη ζωή του. Η ενέργειά του, όμως, θεωρήθηκε πράξη αυτοθυσίας κι έλαβε τον τίτλο του λόρδου. Αλλά και οι Γκόρντον, οι εκ μητρός πρόγονοι του Βύρωνα, δεν ήταν καλύτεροι: το γενεαλογικό τους δέντρο αναφέρει ότι σε κάθε γενιά υπήρχε και τουλάχιστον ένας Γκόρντον μαχαιροβγάλτης. Ο πατέρας του Βύρωνα, άξιος διάδοχος των Μπάιρον, διάλεξε την Κατερίνα όχι για την ομορφιά της, αφού ήταν μάλλον άσχημη, αλλά για τα χρήματά της. Την επισκεπτόταν μόνο για να της ζητήσει λεφτά κι εκείνη, μαγεμένη από την ομορφιά του «Μπίρον» της, όπως τον έλεγε (Byronne), του τα έδινε.

Μόλις ο μικρός Τζορτζ άρχισε να περπατάει, έντρομη η μητέρα του και η παραμάνα του Μέι Γκρέι, διαπίστωσαν ότι το παιδί κούτσαινε. Τα πόδια του είχαν σχήμα κανονικό, οι γάμπες του ίσο μήκος, αλλά καθώς ακουμπούσε στο έδαφος τη φτέρνα του, ο αστράγαλος συστρεφόταν. Το παιδί δεν μπορούσε να σταθεί όρθιο παρά μόνο στις μύτες των ποδιών του. Οι τένοντες του αστραγάλου έδειχναν να έχουν παραλύσει. Αυτό έκανε τους μεγάλους πιο πιεστικούς προς το μικρό και αυτόν, με τη σειρά του, απρόβλεπτο: Ηταν μοχθηρός -αν και αργότερα θα γινόταν γοητευτικός, όπως όλοι οι Μπάιρον- ρομαντικός και κυνικός. Αγαπούσε τον Θεό αλλά βλασφημούσε και εν ολίγοις, ήταν από τα μικρά του λάτρης των βίαιων συναισθημάτων.

Το 1801 ο μικρός Τζορτζ, που από δω και μπρος θα αποκαλούμε λόρδο Βύρωνα, μπήκε στο σχολείο Χάροου. Στο μεταξύ ο μικρός είχε ερωτευθεί διαδοχικά τις γειτόνισσές του, τις εξαδέλφες του, όποια ωραία κοπελιά γνώριζε και ζητούσε από τη μητέρα του να γράφει καθ' υπαγόρευση για λογαριασμό του φλογερά ποιήματα στις εφήμερες αγάπες του. Πέντε χρόνια αργότερα, σε μια επίσκεψη στη μισότρελλη από τις κακουχίες του συζύγου της, μητέρα του, εκείνη του πετάει στο κεφάλι ένα σίδερο. Εκείνος έφυγε και δεν την ξαναείδε ποτέ. Τα πικρά παιδικά του χρόνια τού είχαν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια. Λίγο μετά την τελευταία συνάντηση με τη μητέρα του, δημοσιεύει τις «Ωρες Σχόλης», ένα βιβλίο γεμάτο στίχους. Οι στίχοι και η κολύμβηση ήταν οι μεγάλες του αγάπες. Συνέχισε τις σπουδές του στο Καίμπριτζ, όπου έγινε αχώριστος φίλος με δύο συμφοιτητές του, τον Μάθιους και τον Χόμπχαουζ.

Στα είκοσί του χρόνια ο λόρδος Βύρων ήταν ήδη μια ξεχωριστή προσωπικότητα στο ευρύτερο περιβάλλον του. Χειριζόταν με έναν πρωτότυπο τρόπο όλες τις ιδιαιτερότητες της ζωής του: τις αμαρτίες των προγόνων του, το πρόβλημα με το πόδι του, τη διαλυμένη οικογένεια του πατέρα του, την παραφροσύνη των τελευταίων ετών της μητέρας του κι ακόμη τα δικά του καπρίτσια της παιδικής του ηλικίας: Αυτό τον έκανε περιζήτητο.

Με τους φίλους του αποφάσισαν να κάνουν ένα ταξίδι με έντονες συγκινήσεις. Αποφάσισαν να γυρίσουν τη νότια Ευρώπη. Ξεκίνησαν από τη Λισσαβώνα, πέρασαν στη Σεβίλλη κι από το Γιβραλτάρ ταξίδεψαν στη Μάλτα. Εκεί βρήκε τα πρώτα ενδιαφέροντα ο Βύρων, αλλά δεν έμεινε. Συνέχισαν προς την Αδριατική και έφτασαν στην Αλβανία. Ο Βύρων αγάπησε τους απλούς μαχητές της περιοχής κι ενδιαφέρθηκε για τον βίο και την πολιτεία του Αλή Πασά. Οταν, όμως, μπήκαν στην προεπαναστατημένη Ελλάδα, ο Βύρων κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο τόπος που τον έθελγε. Στο Μεσολόγγι, όπου κατέλυσαν ένα βράδυ, ο ποιητής αισθάνθηκε συγκινημένος. Αγαπούσε την Ελλάδα και τους ανθρώπους της από τις διηγήσεις που διάβαζε στα παιδικά του χρόνια: «Ομορφη Ελλάδα, θλιβερό λείψανο ενός χαμένου μεγαλείου. Αθάνατη, κι ας μην υπάρχεις πια, κι ας έπεσες―» έγραφε.

Στις 24 Ιουλίου 1810 οι φίλοι χωρίζουν. Οι Μάθιους και Χομπχάουζ συνεχίζουν το ταξίδι τους για την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Βύρων αποφασίζει να παραμείνει στην Αθήνα. Ρούφηξε με όλη του τη δύναμη τη μυρωδιά της αγαπημένης του χώρας, και -παίρνοντας μαζί του δυο Ελληνες, επέστρεψε στην Αγγλία. Εκεί τον περίμενε ο θυελλώδης έρωτας με τη λαίδη Καρολίνα Μέλμπουρν, η οποία εκτός της φυσικής ομορφιάς του Βύρωνα, θαμπώθηκε και από την ποιητική του συλλογή «Τσάιλντ Χάρολντ», αλλά ο απρόβλεπτος Βύρων ζήτησε σε γάμο την ανιψιά της, Ανναμπέλα, η οποία, όμως, αρνήθηκε επειδή ο λόρδος Βύρων δεν της άρεσε! Ηταν η πρώτη γυναικεία απόρριψη για τον ποιητή. Ωστόσο, λίγο καιρό αργότερα, η Ανναμπέλα θα ικετεύει τον Μπάιρον για γάμο, πράγμα που τελικά θα γίνει, αλλά δεν θα κρατήσει πολύ― Παντρεύτηκαν στις 2 Ιανουαρίου 1815 και στις 10 Δεκεμβρίου γεννήθηκε η κόρη τους, Αυγούστα- Αντα.

Πριν παντρευτεί, ο Βύρων έζησε έναν πρωτόγνωρο έρωτα με την ετεροθαλή αδελφή του Αυγούστα. Ηταν τότε που δημοσίευσε ένα ανατολίτικο παραμύθι, που έδειχνε τον τόπο που κέρδισε την καρδιά του: Τον «Γκιαούρ». Οσο περνούσε, όμως, ο καιρός, τόσο οι απόψεις του υπέρ της εξέγερσης των καταπιεσμένων λαών γίνονταν πιο γνωστές στη βρετανική κοινωνία και ο Βύρων πιο ανεπιθύμητος, ως υποκινητής σε ανταρσία. Υποχρεώθηκε να αναχωρήσει από την Αγγλία τον Απρίλιο του 1816 για την Ελβετία, τον τόπο της εξορίας του. Εκεί έγραψε το γνωστότερο έργο του, τον «Δον Ζουάν», που πολλοί είπαν ότι ήταν μια επιτομή της ιστορίας των Μπάιρον. Στα δύσκολα χρόνια της Ελβετίας προστέθηκαν κι εκείνα της Ιταλίας, αλλά εκεί τον βοήθησε η σχέση του με τη λαίδη Γκουιτσιόλι, που ήταν ο μεγάλος του έρωτας στην εξορία. Παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην Ελλάδα κι όταν το 1824 ο Μαυροκορδάτος ξεκίνησε από την Πίζα για να ενωθεί με τους επαναστάτες, ο Βύρων, που βρισκόταν στην Πίζα, πήρε την απόφασή του: «Θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα, μπορεί και να πεθάνω εκεί». Ο Βύρων μετέφερε όλη του την περιουσία στο Μεσολόγγι. Σχεδόν η μισή λεηλατήθηκε από τους Τούρκους κατά την άφιξη των πλοίων στην πόλη. Η υπόλοιπη σκορπίστηκε από τον Βύρωνα, μαζί με ποιήματα εμψύχωσης προς τους πολιορκημένους. Προσπάθησε να βοηθήσει με τις αγγλικές του γνωριμίες για να πάρει η Ελλάδα δάνειο για τις ανάγκες του αγώνα. Πέθανε από τύφο στις 19 Απριλίου 1824, ανήμερα του ελληνικού Πάσχα. Ολοι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου εκείνη την ημέρα, αντί για «Καλό Πάσχα» φώναζαν «Ζήτω ο λόρδος Βύρων».
Read more »

Share