Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Ιουλιανός ο φιλόσοφος

Flavius Claudius Julianus
Ο Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός γεννήθηκε το 331 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του Ιούλιος Κωνστάντιος ήταν ετεροθαλής αδελφός του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η μητέρα του Βασιλίνα, που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια πέθανε πέντε μήνες μετά τη γέννησή του, ενώ ο πατέρας του δολοφονήθηκε τρεις μήνες μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν ο Ιουλιανός ήταν έξι ετών.

Από πολύ μικρή ηλικία η εκπαίδευση του Ιουλιανού είχε ανατεθεί στον επίσκοπο Νικομήδειας Ευσέβιο, ο οποίος μάλιστα ήταν και συγγενής του από τη μητέρα τους. Αυτός τον εισήγαγε στη μελέτη των Αγίων Γραφών. Μετά τα επτά του χρόνια ανέλαβε την εκπαίδευσή του ο σοφότατος ευνούχος Μαρδόνιος, ο οποίος ήταν παιδαγωγός και της μητέρας του και υπήρξε βαθύτατος γνώστης της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας και φιλοσοφίας.

Μετά το θάνατο του Ευσεβίου (το 342) ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, ο οποίος συνεχώς υποπτευόταν τα δύο εξαδέλφια του ότι είχαν βλέψεις στο θρόνο, τα έκλεισε στο φρούριο Μάκελλο της Καππαδοκίας όπου τα παρακολουθούσαν σε κάθε βήμα τους άνθρωποί του.

Εκεί ο Ιουλιανός, όπως διηγείται ο ίδιος, πέρασε τα χειρότερα χρόνια της ζωής του μέσα στη στέρηση της ελευθερίας και στην απομόνωση. Έξι χρόνια διήρκεσε αυτή η κράτηση κατά τα οποία ο Ιουλιανός επιδόθηκε αποκλειστικά στη μελέτη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και των Γραφών.

Το 347 μετά από άδεια του αυτοκράτορα Κωνστάντιου επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε μαθητής του ειδωλολάτρη γραμματικού Νικοκλέους.

Στη συνέχεια ο φιλύποπτος Κωνστάντιος τον απομακρύνει και πάλι από την πρωτεύουσα και τον στέλνει στη Νικομήδεια. Τότε ο νεαρός Ιουλιανός δέχτηκε την επίδραση του φιλοσόφου Λιβανίου και το 352 μυήθηκε από το φιλόσοφο Μάξιμο τον Εφέσιο στη λατρεία του Ηλίου. Το εντυπωσιακό είναι ότι παράλληλα με τη μύηση του αυτή ασκούσε κανονικά και τα χριστιανικά του καθήκοντα.

Το 351 ανακηρύχθηκε από τον Κωνστάντιο Καίσαρ της Ανατολής (Μικρά Ασία, Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος) ο αδελφός του Ιουλιανού Γάλλος (351-354). Ο αδελφός του Ιουλιανού έπεσε στη δυσμένεια του Κωνστάντιου και δολοφονήθηκε το 354. Στη δυσμένεια του αυτοκράτορα έπεσε και ο ίδιος ο Ιουλιανός ο οποίος φυλακίστηκε και κινδύνευσε να θανατωθεί, αλλά σώθηκε με την επέμβαση της αυτοκράτειρας Ευσεβίας, συζύγου του Κωνστάντιου, η οποία τον συμπαθούσε και τον βοήθησε κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή.

Ο αυτοκράτορας όρισε νέο τόπο διαμονής (στην πραγματικότητα εξορίας) του Ιουλιανού την Αθήνα (αρχές του 355). Δεν ήταν δυνατό να φανταστεί μεγαλύτερη χαρά από το να ευρεθεί στην πόλη της παλλάδας Αθηνάς στην πολυαγαπημένη του πόλη, όπως την χαρακτηρίζει.

Εκεί παρακολούθησε μαθήματα Ρητορικής και Φιλοσοφίας στη Σχολή του χριστιανού ρήτορα Προαιρεσίου. Επίσης στην Αθήνα είχε δύο εξαιρετικούς συμμαθητές από την Καππαδοκία, τον Βασίλειο και τον Γρηγόριο, τους οποίους συναναστρεφόταν και συζητούσε μαζί τους φιλοσοφικά και θεολογικά θέματα.

Ο Ιουλιανός ως συγγραφέας και ως φιλόσοφος.

Εκτός των άλλων ο Ιουλιανός υπήρξε ένας πολύ παραγωγικός συγγραφέας και ένας αρκετά σημαντικός στοχαστής. Όλα του τα έργα τα έγραψε στην ελληνική γλώσσα την οποία είχε ως μητρική γλώσσα παρά το γεγονός ότι δεν ήταν φυλετικά Έλληνας παρά μόνο, ψυχικά και πνευματικά. Το πρώτο από τα έργα του, που διασώθηκαν είναι το «Εγκώμιον εις τον αυτοκράτορα Κωνστάντιον», το οποίο έγραψε το 355 όταν αναγορεύθηκε Καίσαρας. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γαλατία έγραψε τα : «Ευσεβίας της Βασιλίδος εγκώμιον», «Περί των του αυτοκράτορος πράξεων ή περί βασιλείας», «Παραμυθητικός εις εαυτόν, επί τη εξόδω του αγαθωτάτου Σαλλουστίου» και άλλα. Στο διάστημα που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη ως αυτοκράτορας έγραψε τα εξής: «Εις τον Βασιλέα Ήλιον», «Κρόνια» (δεν σώζονται), «Λόγος εις απαιδεύτους κύνας», «Προς Ηράκλειον κυνικόν». Στο τελευταίο διάστημα της ζωής του στην Αντιόχεια έγραψε: «Εις την μητέρα των Θεών», και «Αντιοχικός η Μισοπώγων». Έγραψε επίσης και ένα έργο κατά των Χριστιανών το «Κατά Γαλιλαίων» από το οποίο σώζονται λίγα αποσπάσματα. Επίσης έγραψε και πάρα πολλές επιστολές εκ των οποίων σώζονται λίγες. Αυτές προσφέρουν σπουδαιότατα ψυχολογικά στοιχεία στο μελετητή. Σ’ αυτές εμφανίζεται ο άνθρωπος Ιουλιανός απαλλαγμένος τόσο από το λογοτεχνικό φόρτο της εποχής του όσο και από τις συμβατικότητες του αξιώματός του.

Η φιλοσοφία του Ιουλιανού δεν παρουσιάζει πρωτοτυπία. Ως φιλόσοφος είναι νεοπλατωνικός, επηρεασμένος από τον Ιάμβλιχο. Επίσης η θεολογική φιλοσοφία του εμπνέεται από τη μυστικοπάθεια των ανατολικών θρησκειών της εποχής του. Ο εξαίρετος αυτός στοχαστής δεν συνέπλευσε με το ρεύμα της εποχής του και περιέπεσε σε «πλάνη», κατά τους χριστιανούς συγγραφείς. Παρ’ όλα αυτά όμως και σήμερα εξακολουθεί να μας συγκινεί η ευγένεια της ψυχής του και η ηθική του ακεραιότητα.

Ο θάνατος του Ιουλιανού (363).

Ο Ιουλιανός πέρασε τις τελευταίες του στιγμές περιτριγυρισμένος από φίλους του φιλοσόφους με τους οποίους συζήτησε για την αθανασία και την ευγένεια της ψυχής, όπως ο Σωκράτης. Ο φιλόσοφος αυτοκράτορας έφυγε από τη ζωή με την πεποίθηση ότι από το χειρότερο πηγαίνει προς το καλύτερο και με τη χαρά ότι θα βρεθεί κοντά στο θεϊκό Πλάτωνα στο Σωκράτη και στον Πυθαγόρα που τόσο πολύ τους αγάπησε στη ζωή του. Η σορός του μεταφέρθηκε και τάφηκε ύστερα από δύο μήνες στην Ταρσό.

Έτσι πέθανε στα τριαντατρία του χρόνια ο αυτοκράτορας Ιουλιανός «μια από τις πιο προικισμένες ευγενείς και αξιολάτρευτες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας». Ο Αυστριακός ιστορικός Ernest Stein γράφει για τον Ιουλιανό ότι «σε πείσμα της πλάνης του υπήρξε ένας από τους πιο ευγενικούς και πιο καλλιεργημένους χαρακτήρες της παγκόσμιας ιστορίας, και ίσως ο πιο άξιος να γίνει αγαπητός».

Read more »

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

ΠΡΩΤΟΣ ΙΕΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 595 - 586 π.Χ.

Αιτία της εκρήξεως του 1ου ιερού πολέμου υπήρξε η αντιζηλία των φωκικών πόλεων Κρίσης, Δελφών και Κίρρας. Από αυτές η αρχαιότερη και η ισχυρότερη ήταν η Κρίσα, η οποία καρπώνονταν τα χρήματα που συνέρεαν στο ιερό του Απόλλωνα από τα ωφελήματα των προσκυνητών. Η φήμη όμως του μαντείου και η συρροή πολλών προσκυνητών έγινε αφορμή ώστε η παράλια πόλη Κίρρα κοντά στο μαντείο των Δελφών να αυξηθεί σε πληθυσμό διότι ήταν η πόλη στην οποία αποβιβάζονταν οι από θαλάσσης προσκυνητές του ιερού μαντείου. Τότε στους κατοίκους των Δελφών γεννήθηκε η επιθυμία να γίνουν Κύριοι του μαντείου και στους κάτοικους της Κίρρας να αυξήσουν τα κέρδη τους από την φορολογία των θρησκευτικών προσόδων των προσκυνητών. Η συμπεριφορά των κατοίκων της Κίρρας προς του προσκυνητές προκάλεσε την αγανάκτηση του Αμφικτιονικού συνεδρίου και αυτό κήρυξε, έπειτα από εισήγηση των Φωκέων, είτε έπειτα από πρόταση του Αθηναίου Σόλωνα, πόλεμο κατά αυτών. Ψυχή του πολέμου αυτού, ήταν όπως λέγεται ο ίδιος ο Σόλωνας και αρχηγοί ο Θεσσαλός Ευρύλοχος, από το αριστοκρατικό γένος των Αλευαδών, ο Αθηναίος Αλκμέων και ο περίφημος τύραννος της Σικύωνος Κλεισθένης.

Ο πόλεμος διάρκεσε 10 χρόνια, διότι οι κάτοικοι της Κίρρας αντιστάθηκαν γενναία, μέχρι που η πόλη τους αποκλείσθηκε από τον στόλο του Κλεισθένη από την θάλασσα. Τότε αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν και αμύνθηκαν με περισσότερο πείσμα πάνω από την Κίρρα, στο όρος Κίρφη, στο οποίο είχαν καταφύγει. Αλλά στο τέλος υποτάχθηκαν. Αποτέλεσμα του πολέμου υπήρξε η καταστροφή της Κίρρας ίσως δε και της Κρίσας (ή ο περιορισμός αμφότερων σε μικρά χωριά) και η αφοσίωση-καθιέρωση όλης της κοιλάδας μαζί με αυτήν στον Δελφικό Απόλλωνα. Σε αυτή την κοιλάδα δεν επιτρέπονταν ούτε καλλιέργεια, ούτε κτίσιμο πόλης. Επιτρέπονταν μόνο στους λειμώνες της ποίμνια προβάτων και αγέλες βοών προς ευκολία των προσκυνητών για την αγορά και την θυσία των προς τον θεό. Από τότε οι Δελφοί διεύθυναν (παρά τις κατά διαλείμματα αμφισβητήσεις του Κοινού των Φωκέων, στο οποίο υπάγονταν και αυτοί) κυριαρχικά το ιερό και οι προς τιμή του Απόλλωνα εορτές (Πύθια) έγιναν πυκνότερες και μεγαλοπρεπέστερες. Από τους νικητές ο Κλεισθένης, ο οποίος υπήρξε και νικητής με το τέθριππο άρμα στην 2η Πυθιάδα, προς ανάμνηση της αίσιας εκβάσεως του ιερού πολέμου, περιέβαλλε τον ναό του Απόλλωνα στην Σικυώνα με μεγαλοπρεπή μαρμάρινη στοά.

Τότε επίσης καθιερώθηκε ο όρκος των αμφικτιονιών που περιλάμβανε τις 2 θεμελιώδεις απαγορευτικές διατάξεις και την φρικιαστική κατά των παραβατών κατάρα (Αισχ. Κατά Κτησιφώντος 117)

Read more »

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Το πιεστήριο λαδιού του Ήρωνα

Υπήρχαν και στην αρχαία Ελλάδα (όπως υπάρχουν σε ευρεία χρήση και μέχρι σήμερα) πιεστήρια που με την δύναμη που εφαρμόζεται σε έναν κοχλία καταφέρνουν να συμπιέζουν οτιδήποτε χρειαστεί. Η δύναμη όμως που απαιτείται για την λειτουργία τους είναι συνήθως μεγάλη κάνοντας ιδιαίτερα κουραστική την χρήση τους.

Ο Ήρωνας λοιπόν κατανοώντας καλύτερα απ' τους υπόλοιπους την μηχανική των υγρών κατάφερε και έφτιαξε μερικές συσκευές ώστε να βγαίνει ευκολότερα το λάδι απ' τις ελιές με την βοήθεια υδραυλικής πρέσας. Αυτός ο τύπος πιεστηρίου αν και είναι δυσκολότερος κατασκευαστικά, μιας και απαιτεί σοβαρή κατασκευαστική ακρίβεια, δίνει πολύ καλύτερα αποτελέσματα μιας και ο πολλαπλασιασμός δυνάμεως που πετυχαίνει είναι εντυπωσιακός σε σχέση με το απλό μηχανικό πιεστήριο.

Ο ίδιος βασικός τρόπος συμπίεσης χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στα περισσότερα πιεστήρια λαδιού, τυπογραφεία, ανυψωτικά μηχανήματα κλπ. Ο Κτησίβιος έφτιαξε επίσης κάποιο παρόμοιο πιεστήριο που δούλευε με αντλία κενού! Φυσικά η στεγανοποίηση που απαιτούσε η κατασκευή ήταν ακόμα καλύτερη από το υδραυλικό πιεστήριο.

Read more »

Share